έκδοση του Συλλόγου Προσυμναίων "ο ΑΣΤΕΡΙΩΝ")

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Το Μπερμπάτι, Πρόσυμνα σήμερα, είναι χτισμένο στους πρόποδες μερικών λόφων στη βόρεια Αργολίδα, δώδεκα χιλιόμετρα Β.Α. του Αργους. Μπροστά του απλώνεται ένα μικρό άνυδρο λεκανοπέδιο, που δέχεται αχόρταγα τον ιδρώτα του γεωργού. Ο χώρος είναι μαθημένος στην αξίνα και στο αλέτρι από αιώνες πολλούς. Πάντα καλοδεχτικός στους ανθρώπους είχε τη μεγάλη τύχη να μη στερηθεί σχεδόν ποτέ τα βήματά τους, τη λαλιά τους, την αγάπη τους.

Το λεκανοπέδιο, με έκταση που φτάνει τα 31 τετραγωνικά χιλιόμετρα, βρίσκεται σε υψόμετρο 250 μέτρων. Προς Βορρά περικλείεται από την Ψηλή Ράχη, που ανήκει στο σύμπλεγμα των βουνών της Αγίας Τριάδας, προς Ανατολάς από τα βουνά της Τραπεζόνας και από τους μεσημβρινοδυτικούς κλάδους της, προς Νότον από την Ακραία (ο Προφήτης Ηλίας ο Χωνικιώτικος με ύψος 701 μ.) και προς Δυσμάς από την πολύκορφη οροσειρά της Σάρας (ύψος 666 μ.) και της Μάρτας (ο Προφήτης Ηλίας των Μυκηνών με ύψος 809 μ.).

Στο μέσον έρρεε ρυάκι (πιθανόν ο σημερινός Χείμαρρος της Περάμας), που μπαίνοντας στην Κλεισούρα εξαφανιζόταν. Το ρυάκι λεγόταν Αστερίων. Ο Statius (Στάτιος) τον ονομάζει aequus fluctibus Asterion (ο Αστερίων είναι ίδιος με τα ποτάμια) . Στις όχθες του φύτρωνε ομώνυμη πόα, που θεωρούνταν ιερή. Μ' αυτήν έπλεκαν στεφάνια και τα πρόσφεραν στην Ήρα.
Παράλληλα με την οδό, που οδηγεί από τις Μυκήνες στο Ηραίο έρρεε και ρέει ο Ελευθέριος (το σημερινό ποτάμι της Παναγίας). Ο Παυσανίας αναφέρει σχετικά: "Ρεί δε κατά την οδόν ύδωρ Ελευθέριον καλούμενον χρώνται δ' αυτώ προς καθάρσια αι περί το ιερόν και των θυσιών ες τας απορρήτους").

Τον περασμένο αιώνα το νερό του Ελευθέριου χρησίμευε στην κίνηση των νερόμυλων και στο πότισμα των αμπελιών, του βαμπακιού, των ελιών και των μποστανιών. Σήμερα ερείπια θυμίζουν τους νερόμυλους και τοπωνύμια την καλλιέργεια του βαμπακιού. Το νερό του ρυακιού λιγότερο από τότε δεν αρκεί για τις ανάγκες των γεωργών.
Το έδαφος είναι γενικά πετρώδες. Η έλλειψη νερού, μόνιμο φαινόμενο για την αργολική γή, έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια. Το κλίμα έχει κάπως μεταβληθεί σε σύγκριση με την αρχαία εποχή. Τότε πλάι στον ήπιο και σχετικά βροχερό χειμώνα υπήρχε ένα μάλλον δροσερό καλοκαίρι. Τώρα ο χειμώνας έρχεται με λίγες βροχές και το καλοκαίρι είναι θερμό.

Πρόσυμνα και Μπερμπάτι
Το 1927 το Μπερμπάτι μετονομάστηκε σε Πρόσυμνα. Μετά από λίγα χρόνια ο Persson (Πέρσον) ανακαλύπτει στο Μαστό ένα προϊστορικό οικισμό και υποστηρίζει, πως ο όρος "Πρόσυμνα", που αναφέρει ο Στράβωνας και ο Παυσανίας, αφορά σ' αυτή την τοποθεσία. Ο Blegen (Μπλέγκεν) θα διαφωνήσει και θα ονομάσει έτσι το χώρο γύρω από το Ηραίο. Η άποψη του δεύτερου είναι εκείνη, που αναγνωρίζεται ως η σωστή, χωρίς καμιάν αμφισβήτηση.
Η ονομασία του χωριού παρέμεινε η ίδια, ακριβώς όπως αλλάχτηκε και μας δημιουργεί την υποχρέωση να την παρουσιάσουμε μυθολογικά και γλωσσολογικά. Στη συνέχεια θα μας απασχολήσει ο λόγος για τον οποίο το χωριό λεγόταν Μπερμπάτι.
Στη μυθολογία η Πρόσυμνα είχε αδελφές την Ακραία και την Εύβοια. Και οι τρεις τους είσαν κόρες του ποταμού Αστερίωνα και παραμάνες της θεάς Ήρας. Η λέξη Πρόσυμνα χρησίμευε πολλές φορές ως επίθετο. Η θεά Δήμητρα αποκαλείτο στην Αργολίδα "Πρόσυμνα". Στη Λέρνη βρέθηκε γλυπτή εικόνα, παριστάνοντας σκηνή από τα μυστήρια, όπου διακρίνεται το μυθικό πρόσωπο Πρόσυμνος. "Προσύμνεως Λεώς" λέγονταν οι μυημένοι στα Λερναία Μυστήρια. Αυτό μας επιτρέπει να ετυμολογήσουμε τη λέξη "Προσύμνεως". "Προσύμνεως" είναι εκείνος, που προσέρχεται στο ναό, για να υμνήσει το θεό.
Αντίθετα από τη βεβαιότητα που έχουμε για την προέλευση του όρου Πρόσυμνα, για την ονομασία Μπερμπάτι μόνον εικασίες υπάρχουν. Σύμφωνα με μιαν άποψη το Μπερμπάτι ίσως να έχει σχέση με την πολυάριθμη οικογένεια των Barbati (Μπαρμπάτι). Από το 1504 ίσαμε το 1546 αναφέρονται είκοσι πέντε stradioti (στραντιότι) με το επίθετο Barbati. Οι stradioti είσαν οπλίτες στην υπηρεσία των Βενετών .

Η παράδοση λέει πώς την ονομασία Μπερμπάτι την έδωσαν οι Τούρκοι, γιατί κάποιος κάτοικος του χωριού φέρθηκε "μπερμπάτικα". Έτσι έγιναν όλοι Μπερμπατιώτες. Αναφέρεται μάλιστα το εξής περιστατικό: όταν τουρκικά στρατεύματα περνούσαν από τα στενά της Κλεισούρας, χωριανοί μας έρριξαν από τους βράχους μελισσοκόφινα. Οι μέλισσες ελευθερώθηκαν και προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στους εχθρούς.
Ιστορία
Στην εξέταση της Ιστορίας του λεκανοπεδίου της Πρόσυμνας θα χωρίσουμε το χρόνο στη Νεολιθική εποχή, που αρχίζει λίγο πριν την 4η χιλιετηρίδα π.Χ. και λήγει στα μέσα της 3ης χιλιετηρίδας, στην εποχή του Χαλκού, που τελειώνει με την κάθοδο των Δωριέων, στην Κλασσική εποχή, στη Ρωμαϊκή εποχή, στη Βυζαντινή περίοδο, στην εποχή της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας, που τελειώνει οριστικά το 1715, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, που σβήνει με την Επανάσταση του 1821 και στη Νεώτερη εποχή, που ταυτίζεται με την ύπαρξη της ανεξάρτητης Ελλάδας.

Για τα προϊστορικά χρόνια στοιχεία δίνουν οι ανασκαφές , που γίνηκαν στην περιοχή του Μαστού από Σουηδούς αρχαιολόγους τα έτη 1935 - 1938 και το 1953, ενώ από τις κατοπινές εποχές σώζονται ερείπια και γραπτά μνημεία.
Α. Νεολιθική Εποχή
Στο Μαστό υπήρχε ένας από τους 33 γνωστούς νεολιθικούς οικισμούς της Πελοποννήσου. Μακριά από τη θάλασσα και τις αρτηρίες κυκλοφορίας, σε θέση ημιορεινή, αποτελείτο από λίγες καλύβες. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με το κυνήγι και την κτηνοτροφία, που μόλις άρχιζε να αναπτύσσεται. Η γεωργία κάνει το ξεκίνημά της και η κεραμική δίνει έργα απλά, απαραίτητα για την καθημερινή ζωή.
Τα ευρήματα έχουν συλλεγεί στην επιφάνεια. Στο Μουσείο του Ναυπλίου βρίσκονται 200 περίπου όστρακα (κομμάτια από σπασμένα αγγεία), που ανήκουν στις κατηγορίες της νεώτερης νεολιθικής κεραμικής. Από αυτά ένα είναι πολύχρωμο και τρία είναι μονόχρωμα κόκκινα. Από τα υπόλοιπα τα περισσότερα έχουν το πρωτόγονο βερνίκι και είναι μονόχρωμα.
Β. Η Εποχή του Χαλκού
Ι. Πρωτοελλαδική Περίοδος (2.600 π.Χ. - 2.000 ή 1.800 π.Χ.)
Ενώ κατά τη Νεολιθική περίοδο ο οικισμός ήταν απομονωμένος, στην Πρωτοελλαδική είναι κοντά σε χερσαίες οδούς, έχοντας επικοινωνία με τους ανθρώπους γειτονικών περιοχών και με τη θάλασσα. Οι κάτοικοι ακολουθούν το γενικό κανόνα, που χαρακτηρίζει την εποχή: τη στροφή από τη γεωργία και την κτηνοτροφία προς τη βιοτεχνία και το εμπόριο.

Οι ανασκαφές έφεραν στο φώς μια καλά διατηρημένη ορθογώνια θεμελίωση σπιτιού, στη νότια πλευρά της ακρόπολης, που ανήκει σε μια μεταβατική περίοδο, μεταξύ πρωτοελλαδικής και μεσοελλλαδικής εποχής. Πιο εντυπωσιακή είναι μια οικία του τύπου του Μυκηναϊκού Μεγάρου, με πρόδομο, που είχε κεντρική θέρμανση από οπτή γή . Η εστία βρέθηκε ανέπαφη και δίπλα της υπήρχε ένα λάκκος γεμάτος στάχτη. Μέσα στα σπίτια ανακαλύφτηκαν αγγεία.
Έχει υποδειχθεί ότι σε περιοχή γειτονική των Μυκηνών υπήρχαν μεταλλεία χρυσού και χαλκού. Μαζί μ' εκείνα της Νεμέας είναι τα μόνα, που ξέρουμε στην Πελοπόννησο. Όμως δεν έχουν βρεθεί εγκαταστάσεις κατεργασίας μετάλλου, που θα πρέπει να ήσαν κοντά στα μεταλλεία. Ή έχουν διαφύγει την ανακάλυψη, ή η επί αιώνες εκμετάλλευση των κοιτασμάτων εξάλειψε το μέταλλο και τις προϊστορικές εγκαταστάσεις. Ο οικισμός καταστράφηκε με φωτιά στην αρχή της μεσοελλαδικής περιόδου, όταν είχε διαδοθεί η Μινύεια κεραμική, αλλά δεν είχε εμφανιστεί ακόμα η Αμαυρόχρωμη .
ΙΙ. Μεσοελλαδική Περίοδος (2.000 ή 1.800 π.Χ. - 1.600 π.Χ.).
Η μεσοελλαδική περίοδος διακρίνεται από οικονομική κάμψη και εσωτερικές αναταραχές. Οι οικισμοί οχυρώνονται και ο πόλεμος είναι μια μόνιμη σχεδόν απασχόληση των κατοίκων. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως η ταφή των νεκρών μέσα σε κατοικημένες περιοχές (κάτι που τώρα πρωτοπαρουσιάζεται) ανέκυψε εξ αιτίας των πολεμικών περιστάσεων, που ταλαιπωρούσαν του κατοίκους. Σε καταστάσεις πολιορκίας ή συνεχών επιχειρήσεων ήταν αδύνατη η ταφή σε απόσταση από τον οικισμό. Με το πέρασμα του χρόνου η ανάγκη έγινε έθιμο.
Η αρχαιολογική σκαπάνη έβγαλε στην επιφάνεια τάφους, τους αρχαιότερους που γνωρίζουμε στην περιοχή του Μπερμπατιού. Αναφέρουμε ταφές σε πιθάρια που είχαν μερικές φορές ένα αγγείο ως κτέρισμα . Δεκαεφτά περίπου μικροί λακκοειδείς τάφοι ήσαν σκαμμένοι σε στέρεο έδαφος. Τα νεκρά σώματα είχαν τοποθετηθεί σε συνεσταλμένη στάση. Σε δύο περιπτώσεις είχαν εναποτεθεί πλάι στο νεκρό αγγεία, ως κτερίσματα· σ' άλλη μια βρέθηκε ένα χάλκινο εγχειρίδιο και σε κάποια άλλη μέσα σε αγγείο υπήρχαν έντεκα αιχμές βελών από οψιανό .
Έργα κεραμικής ανακαλύφτηκαν και στον οικισμό και στους τάφους. Περισσότερα από είκοσι ακέραια Μινύεια και Αμαυρόχρωμα αγγεία. Τα σταχτιά Μινύεια είσαν περισσότερα από τα Αμαυρόχρωμα. Ένα άλλο αγγείο έχει ανοιχτόχρωμο διάκοσμο πάνω σε μελανή επιφάνεια. Η τεχνική της κεραμικής είναι βελτιωμένη σε συνάρτηση με την εισαγωγή του κεραμικού τροχού.
ΙΙΙ. Υστεροελλαδική Περίοδος (1.600 π.Χ. - 1.100 π.Χ.).
Στην υστεροελλαδική περίοδο οι Μυκήνες φθάνουν στην ακμή τους και δεσπόζουν στον ελληνικό χώρο. Παράλληλα κι άλλες πόλεις αναπτύσσονται έχοντας κοινά σημεία με τον πολιτισμό των Μυκηνών. Οι Μυκήνες με τη λαμπρότητα και την πολεμικήν υπεροχή τους θα δώσουν το όνομά τους στον πολιτισμό αυτής της εποχής, που θα μείνει στην Ιστορία ως Μυκηναϊκός Πολιτισμός.
Ο πόλεμος εξακολουθεί να παραμένει βασική απασχόληση των ανθρώπων. Η πολεμική τέχνη αποτυπώνεται σε αγγεία και εγχειρίδια και γίνεται έκδηλη η "άνθισή" της με την ύπαρξη τειχών και όπλων.
Ο οικισμός του Μαστού σε μικρή απόσταση από την πόλη των Ατρειδών, συνδεδεμένος μαζί της με οδό από την οποία σώζονται σε μερικά σημεία πέτρινες βάσεις, γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη. Αρχιτεκτονικά λείψανα βρέθηκαν στην ανατολική πλευρά του λόφου. Μέσα σ' ένα σπίτι, μπροστά από τον τοίχο ενός δωματίου, είχε κατασκευαστεί ένα πέτρινο σκαλοπάτι πάνω στο οποίο υπήρχε μεγάλος αμφορεύς , μικρός αρυτήρ μήκους 60 εκατοστών και τέσσερα πήλινα γυναικεία ειδώλεια . Όμοιο κατασκεύασμα βρέθηκε στο ίδιο σημείο, αλλά σε υψηλότερο στρώμα. Και τα δύο έχουν ερμηνευτεί ως ιερά οικιακής λατρείας.
Πολύ ενδιαφέρον είναι το εργαστήριο αγγειοπλάστη, που αποτελείτο από μια ορθογώνια αυλή. Η νότια και η δυτική πλευρά της καταλαμβάνονταν από διάφορα οικήματα, η βόρεια κατεχόταν από ένα σπίτι, του οποίου τα ερείπια είχαν καταστρέψει μεταγενέστερες εργασίες και η ανατολική πλευρά κλεινόταν μ' έναν τοίχο. Ο κεραμικός κλίβανος βρισκόταν μεταξύ των οικοδομημάτων της νότιας πλευράς της αυλής. Η διάμετρός του ήταν δύο μέτρα· υπήρχαν τρία χτιστά υποστηρίγματα πάνω στα οποία έβαζαν τα αγγεία για ψήσιμο. Γύρω από τον κλίβανο βρέθηκαν πολλά αγγεία παραμορφωμένα κατά το ψήσιμο. Το καμίνι μ' ένα άλλο στην Τίρυνθα είναι τα μόνα, που ξέρουμε από αυτή την εποχή. Τότε η Αργολίδα τροφοδοτούσε με έργα κεραμικής όλο το γνωστό κόσμο.
Στην αυλή είχαν φτιαχτεί με κεραμίδια δύο μικροί τάφοι, που περιείχαν όστρακα όλων των εποχών του χαλκού. Από την περιοχή του εργαστηρίου προέρχονται πολλές χιλιάδες όστρακα από τα οποία τα 99% ανήκουν στο τελευταίο τμήμα της υστεροελλαδικής περιόδου. Ανάμεσά τους συναντάμε όστρακα με παραστάσεις αρμάτων, ανθρώπων και ζώων, που ανήκουν σε 13 διαφορετικά αγγεία.

Σε τρεις τοποθεσίες έχουν βρεθεί θαλαμοειδείς τάφοι, αλλά μόνον επτά απ' αυτούς ανασκάφηκαν· ένας το 1935 και έξι το 1936. Στους τάφους υπήρχαν μικρά ευρήματα και πάνω από εκατό ακέραια αγγεία. Επίσης ένας θολωτός τάφος ανακαλύφτηκε σε απόσταση πέντε λεπτών πορείας Β.Δ. της ακρόπολης. Ο δρόμος είχε μήκος 8 μέτρα και πλάτος 2,25. Το στόμιο είχε μήκος 4 μ., πλάτος 1,50 μ. και ο θόλος είχε διάμετρο 8 μέτρων. Οι τοίχοι του θόλου σώζονταν σε ύψος 3,50 έως 4,50 μέτρα. Ο τάφος είχε συληθεί πριν ανασκαφή και έτσι βρέθηκαν μόνο λίγα μικρά αντικείμενα και αγγεία του λεγόμενου ανακτορικού ρυθμού. ’ξια ιδιαίτερης μνείας είναι θραύσματα δύο μεγάλων πίθων του ίδιου ρυθμού.
Όλοι οι τάφοι περιείχαν πήλινα ειδώλια. Αξιόλογα ευρήματα είναι δύο ορειχάλκινες λαβές με διακόσμηση από χρυσάφι, ένα ορειχάλκινο αγγείο και δύο ορειχάλκινα επίσης μαχαιρίδια του τύπου των λεγομένων ξυραφιών. Προσθέτουμε μερικά μικρά κοσμήματα από χρυσό και υαλόμαζα και δύο ζυγούς.
Μετά την κάθοδο των Δωριέων ο οικισμός του Μαστού, εξαρτημένος από τις Μυκήνες, τις ακολούθησε στην παρακμή και στην αφάνεια των ιστορικών χρόνων
Γ. Κλασσική Εποχή
Το λεκανοπέδιο, εύφορο καθώς ήταν, συνέχισε να θρέφει όσους Αχαιούς απέμειναν κι όσους Δωριείς ήρθαν. Οι λιγοστοί κάτοικοι, χωρίς πολιτική αυτοτέλεια, συνέδεσαν την τύχη τους με τις ισχυρές πόλεις της περιοχής. Δεν ξέρουμε κατά πόσο η καταστροφή της Πρόσυμνας του Ηραίου από τους Αργίτες το 463 π.Χ. είχε συνέπειες για τον οικισμό

Από την πεδιάδα διερχόταν η Κοντοπορεία, η συντομότερη οδός που συνέδεε το Αργος με την Κόρινθο. Μετά την Ανταλκίδεια ειρήνη οι πόλεις της Ελλάδας ανακηρύχτηκαν αυτόνομες. Μα όσες είχαν υποτελείς άλλες πόλεις αρνήθηκαν τη νέα κατάσταση, που δεν τους συνέφερε. Για να τις τιμωρήσει ο Αγησίλαος, βασιλιάς της Σπάρτης, εισέβαλε στην Αργολίδα την άνοιξη του 391 π.Χ. και λεηλάτησε την ύπαιθρο. Μετά πέρασε από την Κοντοπορεία και έφθασε στην Κόρινθο
Στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. απαριθμούνται στην Αργολίδα, εκτός από την πόλη του Αργους, 18 κώμες. Ανάμεσά τους είναι η Πρόσυμνα του Ηραίου. Κανένα όμως όνομα δεν αναφέρεται στο λεκανοπέδιο του Μπερμπατιού. Αυτό σημαίνει πώς ο οικισμός, αποτελούμενος από ελάχιστα σπίτια, ήταν εξαρτημένος από κάθε πλευρά (οικονομική, αμυντική, πολιτική), από γειτονική κώμη προφανώς από την Πρόσυμνα. Κοντά στο σημερινό νεκροταφείο σώζονται οι βάσεις ενός πύργου
Δ. Ρωμαϊκή Εποχή
Σαν βγούμε από το χωριό και βαδίσουμε στο δρόμο, που χωρίζει στα δύο την πεδιάδα, θα δούμε, σε μικρή απόσταση από το νεκροταφείο να ορθώνονται σταχτόχρωμα κι άγρια τα Χαλάσματα, ερείπια ρωμαϊκών λουτρών. Λίγο βορειότερα, στην ευθεία που ορίζεται απ' αυτά και από το λόφο της Βρύσης βρίσκονται τοίχοι δεξαμενής. Στη Βρύση ανάβλυζε θειούχο ιαματικό νερό, που κατέβαινε και συγκεντρωνόταν με φυσική ροή στη δεξαμενή. Από εκεί έφθανε στα Λουτρά.

Η δεξαμενή και τα Λουτρά είναι χτισμένα με τούβλα και αμμοκονία και έχουν σοβατιστεί. Τα Λουτρά είναι χωρισμένα σε διαμερίσματα. Σ' ένα θόλο μπορεί να διακρίνει κανείς ένα ανάγλυφο παγώνι. Μέρη από το σώμα παγωνιού φαίνονται και σ' άλλους θόλους. Εύκολα παρατηρεί κανείς τους πήλινους αγωγούς. Επίσης ξεχωρίζονται σε μερικούς τοίχους χρώματα, αποδεικτικό της ύπαρξης τοιχογραφιών.
Τα Λουτρά χρησιμοποιούνταν βασικά από Ρωμαίους πολίτες. Έτσι οδηγούμαστε στο πιθανολογικό συμπέρασμα ότι στο λεκανοπέδιο εκτός από τους ντόπιους κατοικούσαν μόνιμα ή προσωρινά Ρωμαίοι. Στην ίδια τοποθεσία κείται μια μεγάλη κυλινδρική πέτρα, σκαμμένη στο επάνω μέρος, που χρησίμευε, λένε, στην έκθλιψη ελιών
Ε. Βυζαντινή Περίοδος
Στη θέση του εξωκκλησιού του Αγίου Πέτρου, γεμάτη μέχρι μιας εποχής από μαρμάρινα και πέτρινα συντρίμματα, βρίσκονταν σύμφωνα με την άποψη του Bursian (Μπούρσιαν) ή Μελίνη, που αναφέρεται από το Στέφανο . Μετά την καταστροφή της πόλης τα μάρμαρα χρησιμοποιήθηκαν από τους κατοίκους γειτονικών οικισμών. Στο ιερό του ναού του νεκροταφείου βλέπουμε εντοιχισμένα δύο κιονόκρανα, ενώ το χαγιάτι στηρίζεται σε πέτρινους κίονες. Στο προαύλιο είναι αφημένα κι άλλα κιονόκρανα. Στο εσωτερικό της εκκλησίας υπήρχε ένα ωραίο κιονόκρανο κορινθιακού ρυθμού.
Βυζαντινή ήταν η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου. Πριν πολλά χρόνια σώζονταν τα ερείπιά της και στο δάπεδο διακρίνονταν ψηφιδωτά. Σήμερα δεν απομένει τίποτα.
ΣΤ. Φραγκοκρατία, Βενετοκρατία, Πρώτη Τουρκοκρατία. Η κάθοδος των Αλβανών
Επί φραγκοκρατίας η περιοχή του χωριού μας ανήκε στη Βαρωνία της Ακοβας. Είναι τότε, που Αλβανοί κατεβαίνουν και εγκαθίστανται στη Νότια Ελλάδα (13ος αιώνας). Στην Πελοπόννησο, λίγο πριν την άλωση της Πόλης, αριθμούν 30.000 άτομα περίπου. Μια μερίδα από αυτούς θα ξαναμεταναστεύσει στην Καλαβρία της Ιταλίας
Οι Αλβανοί έποικοι ανήκαν στη γενιά των Τόσκηδων. Κατοικούσαν στη Βόρεια Ήπειρο και διαιρούνταν σε δύο φάρες, στους Λιάπηδες και στους Τσάμηδες. Είσαν ορθόδοξοι Χριστιανοί. Αυτό βοήθησε στο ν' αποκτήσουν γρήγορα κοινή συνείδηση με τους ντόπιους
Κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα τους. Τα αλβανικά, χωρισμένα στην Γκέγκικη διάλεκτο του βορρά και στην Τόσκικη του νότου, είναι ινδοευρωπαϊκή γλώσσα με πλήθος λέξεων λατινικής και νεολατινικής προέλευσης. Σ' όλη σχεδόν την Αργολίδα μιλούσαν έως τον προηγούμενο αιώνα αρβανίτικα. Τώρα τα χρησιμοποιούν λίγα χωριά ανάμεσα στα οποία και το δικό μας, φθαρμένα από το χρόνο και την απομόνωση, καθώς και την επιρροή της Ελληνικής.
Τους Φράγκους τους διαδέχονται οι Βυζαντινοί. Τους Βυζαντινούς άλλοτε οι Τούρκοι και άλλοτε οι Βενετοί. Επί Βενετών ανήκαμε στο νομό Ρωμανίας, που είχε πρωτεύουσα το Ναύπλιο. Οι Τούρκοι θα μείνουν μόνιμα από το 1715 έως το 1821.
Ίσως τούτη την περίοδο με την ανασφάλεια, τις συχνές αναστατώσεις και τις εναλλαγές των κατακτητών να μεταφέρθηκε το χωριό στη βορειοανατολική άκρη του λεκανοπεδίου, πλάι σ' ένα μεγάλο δάσος, όπως λέει η παράδοση, για να μπορούν οι κάτοικοι να κρύβονται, όταν γίνονται επιδομές.
Ζ. Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715 - 1821)
Την αναστάτωση των προηγούμενων χρόνων ακολουθεί η ανυπόφορη "ησυχία και τάξη" της τουρκικής σκλαβιάς. Η ζωή είναι άθλια και η αμάθεια βασιλεύει παντού. Το χωριό ανήκε στο Βιλαέτι της Κορίνθου. Ο πληθυσμός ανέβαινε σταθερά. Το 1816, όπως γράφει ο Γάλλος περιηγητής της Pouqueville (Πουκεβίλ) στο βιβλίο του "Voyage en Moree" (Ταξίδι στο Μοριά), είχε πενήντα οικογένειες περίπου. Στην πεδιάδα υπήρχε τζαμί.
Η. Νεώτερα Χρόνια
Ι. Πρώτη Περίοδος: 1821 - 1829 (Επανάσταση)
Το πλέον σημαντικό γεγονός αυτής της περιόδου είναι η διέλευση των στρατευμάτων του Δράμαλη στις 28 του Ιούλη του 1822. Μετά την πανωλεθρία των Τούρκων στα Δερβενάκια ο Δράμαλης στρατοπέδευσε στην πηγή Γλυκιά κοντά στην Τίρυνθα. Δεν του απόμενε τίποτε άλλο, παρά να δοκιμάσει να διαβεί τα στενά, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Οι κατάσκοποί του τού έφεραν την ευχάριστη πληροφορία πως οι Έλληνες δεν είχαν ασφαλίσει τη δυνατή Κλεισούρα στο βουνό Σάρα, πάνω στο δρόμο, που οδηγούσε από την Αργολική πεδιάδα προς το Μπερμπάτι και το Αγιονόρι. Στέλνει τότε, την ίδια εκείνη νύχτα 27 προς 28 του Ιούλη εμπροσθοφυλακή με οδηγούς ντόπιους Τούρκους, να πιάσουν το Μπερμπάτι. Πραγματικά έφτασαν αντουφέκιστοι. Ο Δράμαλης και οι άλλοι πασάδες με το υπόλοιπο ασκέρι, που θα ήταν 2.500 άντρες ξεκίνησαν, πριν ξημερώσει και φτάσανε τη χαραυγή στο Μπερμπάτι. Δύο ώρες ύστερα από την ανατολή του ηλίου τράβηξαν για τον ’γιο Νικόλα. Τότε, εφτάμιση το πρωί, τους είδε η βίγλα και άναψε τις συμφωνημένες φωτιές.

Ο δρόμος από τον ’γιο Νικόλα χωρίζεται στα δύο. Ο ένας τραβάει ολόισα για το Αγιονόρι κι ο άλλος περνάει από το Στεφάνι, πριν φτάσει σ' αυτό. Οι Φλεσσαίοι με τους Λεονταρίτες πιάνουν τον πρώτο κι ο Νικηταράς με τον Υψηλάντη και τους άλλους το δεύτερο. "Εγώ" λέει ο Νικηταράς στ' Απομνημονεύματά του, "εφύλαγα για να βαρέσω τον Δράμαλη τον ίδιο". Μα δεν είναι πλέον, όπως πριν δύο μέρες, ούτε καν οχτακόσιοι. Καθώς πολλοί σκόρπισαν με τα λάφυρα, που πήραν, έχουν απομείνει μονάχα 550. Αυτοί οι λίγοι θ' αντιβγαίναμε στους πασάδες και στ' ασκέρι τους, που τους συντρόφευε εκείνη την ώρα η δύναμη της απελπισίας. Η μόνη βοήθεια, που θα φτάσει στους δικούς μας ως το τέλος της μάχης, θα είναι κάτοικοι γειτονικών περιοχών, ακόμα και οι γυναίκες, που από το βουνό, που διαφεντεύει το φαράγγι, θα κυλάνε βράχια πάνω στους Τούρκους.

Την πρώτη φάση της μάχης μας την περιγράφει ο Κριεζής, που πολέμησε σ' αυτήν: "Κατέβησαν (οι δικοί μας) εις το μέσον του δρόμου προς το Μπερμπάτι, κατέλαβον όλον τον δυνατόν τόπον και μετ' ολίγην ώραν έφθασαν οι Τούρκοι απλώσαντες και πολεμούντες τους ημετέρους, τους οποίους καθ' ό πολυάριθμοι οι Τούρκοι απώθουν και ήνοιγον την οδόν εις το ιππικόν, εις τα φορτηγά ζώα και λοιπά βάρη του τουρκικού στρατού. Ο αγών δε ούτος εξηκολούθησε εφ' ικανήν ώραν έως της μεσημβρίας περίπου, ότε απέκαμον οι ημέτεροι προ πάντων εκ της δίψης, ώστε πολεμούντες και αποσυρόμενοι είχον φθάσει εις το ανώτερον μέρος του ανηφόρου εκείνου. Εκεί δε αραιωθέντες ολίγον κατ' ολίγον προσέτρεχον εις το ρέον ύδωρ της μικράς εκείνης πεδιάδος του Αγιονορίου και εις τα πηγάδια του Στεφανιού, ίνα σβέσωσι την δίψαν των· αλλά μόλις επρόφθασαν να πίωσιν ύδωρ, ήλθον οι Τούρκοι ευρόντες ανοικτότερον τόπον, επέπεσον στιφηδόν πεζοί τε και ιππείς, ουχί ίνα πολεμήσωσιν, αλλά όπως πίωσιν αυτοί τε και τα ζώα των νερόν."
Η δεύτερη φάση της μάχης, που έγινε στο Αγιονόρι κατέληξε με συντριβή του εχθρού.
ΙΙ. Δεύτερη Περίοδος 1830 - 1940
Ο πόλεμος για την απελευθέρωση της Ελλάδας άφησε πίσω του πολυάριθμα προβλήματα. Ο κατακτητής έφυγε, μα η ζωή εξακολούθησε να είναι δύσκολη, χωρίς την προοπτική μιας γρήγορης, έστω και μικρής βελτίωσης.
Στο Μπερμπάτι οι οικονομικές συνθήκες δεν είναι τόσο απελπιστικές, όσο αλλού. Ωστόσο παρατηρείται μια συγκέντρωση χωραφιών στα χέρια λίγων οικογενειών και μια εξαθλίωση ενός αριθμού κατοίκων.
Τα αρβανίτικα παραμένουν ως η μοναδική γλώσσα, που μιλιέται και τα ελληνικά αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση και εχθρότητα, σαν ένας νεωτερισμός, που θέλει να ανατρέψει μια παράδοση αιώνων
Το 1833 οι κάτοικοι ανέρχονται σε 263. Το επόμενο έτος το ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε δήμους. Ανάμεσά τους οι δήμοι Λιμναίας, από αποτελείται από τις Λίμνες και το Μπερμπάτι και Ιναχίας που αποτελείται από τον Πασά, τα Πάνω και τα Κάτω Μπούτια, το Χώνικα, τον Μπαρντουβά, την Πλέσα και τη Βαρσόρκα.
Το 1854 σχηματίζεται ο δήμος Προσυμναίων, που είταν "δευτέρας τάξεως" και αποτελείτο από τις Λίμνες και το Μπερμπάτι, το Χώνικα, τα Πάνω Μπούτια, τα Κάτω Μπούτια, τον Πασά και τον Μπαρντουβά. Το 1877 το Μπερμπάτι ορίστηκε ως πρωτεύουσα του δήμου. Το 1879 ο δήμος είχε 2.271 κατοίκους. Από τους οικισμούς του το Μπερμπάτι είχε 443 κατοίκους, ενώ οι Λίμνες 895.
Αυτό τον καιρό το χωριό απομονωμένο από αστικά ή ημιαστικά κέντρα, ζούσε με το δικό του τρόπο. Δεν ενωνόταν με καμία τεχνητή οδό με γειτονικούς οικισμούς, παρά μόνο με μονοπάτια βατά σε ζώα. Τέτοιοι δρόμοι - μονοπάτια ένωναν το Μπερμπάτι με το Χέλι, με το Αγγελόκαστρο και το Σοφικό, με το Χιλιομόδι, με τις Λίμνες και το Αγιονόρι, με τα υπόλοιπα χωριά του δήμου και με το Αργος.
Οι κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και με τη γεωργία, δίνοντας βαρύτητα στην καλλιέργεια των αμπελιών και των δημητριακών. Ο καπνός και το βαμπάκι έρχονται σε δεύτερη μοίρα, ενώ ο ελαιώνας αυξάνεται συνεχώς.
Το 1912 διαλύθηκαν οι δήμοι αυτού του τύπου και συστάθηκαν, εκτός από τους δήμους που περιορίστηκαν πλέον στις πόλεις, νέες μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης, οι κοινότητες. Τότε ο οικισμός του Μπερμπατιού έγινε κοινότητα, που το 1927 μετονομάστηκε σε κοινότητα Προσύμνης. Το 1920 ο πληθυσμός είχε ανέλθει στους 797 κατοίκους, το 1928 έφθασε τους 901 και το 1940 τους 979 κατοίκους.
ΙΙΙ. Τρίτη Περίοδος: 1940 - 1978
Το 1940 το χωριό κάνει τη μικρή ανθρώπινη προσφορά του στο μεγάλο αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Από το 1941 έως το 1944 θα στενάξει κάτω από τη γερμανική κατοχή. Η πείνα, που έσπερνε το θάνατο στις μεγάλες πόλεις, θα περάσει χωρίς μεγάλες συνέπειες. Οι αγροτικές καλλιέργειες και η κτηνοτροφία, παρά την αρπαγή της συγκομιδής αρκετές φορές από τους κατακτητές, επέτρεπαν τη συνέχιση της ζωής.
Οι χωριανοί δεν έλαβαν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το Νοέμβρη του 1943 οι εχθροί θα πυρπολήσουν το χωριό σε αντίποινα για το σκότωμα τεσσάρων στρατιωτών τους και το τραυματισμό δύο από αντάρτικες δυνάμεις.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημιουργείται ένα ρεύμα μετανάστευσης προς το εξωτερικό, κυρίως προς τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που θα δόσει διέξοδο σε πολλούς ανθρώπους από την ανεργία και την υποαπασχόληση.
Το 1951 ο πληθυσμός είναι 979 κάτοικοι. Το 1953 με δαπάνες ομογενών από την Αμερική έρχεται το νερό από την Πηγή της Παναγίας στο χωριό και δύο χρόνια αργότερα κατασκευάζεται δίκτυο παροχών. Σύμφωνα με την απογραφή του 961 οι κάτοικοι ανέρχονται στους 1062.
Το Δεκέμβρη του 1965 θα ηλεκτροδοτηθεί το χωριό. Το 1968 θα πρωτολειτουργήσει το Γυμνάσιο, ενώ το 1971 θα ανοίξει τις πόρτες του το καινούργιο χτίριο, δώρο, όπως και το Δημοτικό Σχολείο, του Ιωάννη Καραμάνου.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '60 έως τις αρχές της δεκαετίας του '70, η εξωτερική μετανάστευση είταν πολύ υψηλή, για να μηδενιστεί σχεδόν αργότερα. Θα την ακολουθήσει η εσωτερική μετανάστευση κατά βάση προς την Αθήνα, όπου καταφεύγουν τελειόφοιτοι Γυμνασίου και νέοι επιστήμονες ζητώντας μια καλύτερη ζωή.
Το 1971 ο πληθυσμός θα μειωθεί στους 938 κατοίκους. Ένα φαινόμενο με δυσάρεστες επιπτώσεις είναι, ότι οι μόνιμοι κάτοικοι ηλικίας 20 έως 30 ετών είναι λιγοστοί. Η συνειδητοποίηση του προβλήματος εκ μέρους των Προσυμναίων και η ανάληψη δράσης δεν μπορούν στις σημερινές συνθήκες της Χώρας να μας οδηγήσουν στην επιθυμητή λύση. Στα πλαίσια μιας γενικότερης αντιμετώπισης της εγκατάλειψης της υπαίθρου εκ μέρους της Πολιτείας είναι δυνατό, μαζί με τις προσπάθειες των χωριανών, το ξαναζωντάνεμα της Πρόσυμνας.
Γραπτές Πηγές
Κοφινιώτου Ιωάννου: Ιστορία του Αργους, Αθήναι 1892.
Μαύρου Τάκη: "Τοπωνυμικά σημειώματα", εφ. "Αναγέννηση",
15.4.1978, Αργος
Μηλιαράκη Αντωνίου: Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία
του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886
Συριοπούλου Κωνσταντίνου: Η Προϊστορία της Πελοποννήσου,
εν Αθήναις 1964.
Υπουργείο Εσωτερικών: Στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως των
δήμων και των κοινοτήτων, Τόμος Β΄,
Φωτιάδη Δημήτρη: Η Επανάσταση του '21, τόμος ΙΙ, Αθήνα
1977.