


Ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά έργα των Μυκηναίων είναι η Μυκηναϊκή οδός η οποία συνέδεε την Ακρόπολη των Μυκηνών με τη περιοχή της Πρόσυμνας, και η οποία διατηρείται σε μήκος 700 και πλέον μέτρων κατά μήκος της νότιας πλαγιάς του Κοντοβουνίου . Η οδός κατασκευάσθηκε περίπου στο 1.300 π.χ., και η επιμελημένη κατασκευή της δείχνει την μεγάλη σημασία που είχε για τις Μυκήνες η γρήγορη και άνετη μεταφορά του λαδιού, του κρασιού, του σταριού και των κτηνοτροφικών προϊόντων από την Πρόσυμνα και τις Λίμνες.

Η οδός ξεκινά από το πέρασμα ανάμεσα στο Κοντοβούνι και στο Δελόκορμο και κάποτε συνεχιζόταν δυτικά προς τις Μυκήνες διασχίζοντας την διατηρημένη γέφυρα Δρακονέρα. Ωστόσο στα δυτικά του περάσματος, η οδός έχει τελείως διαβρωθεί καθώς το βραχώδες υπόστρωμα μετατρέπεται από ασβεστόλιθο σε φλύσκη. Ενώ ο ασβεστόλιθος αντιστέκεται στη διάβρωση, το στρώμα του φλύσκη διαβρώνεται σταθερά και γρήγορα, με συνέπεια η οδός να διατηρηθεί μόνο στα σημεία όπου ήταν κατασκευασμένη πάνω σε ασβεστόλιθο. Προφανώς τα προληπτικά μέτρα όπως οι οχετοί, τα οποία περιγράφονται παρακάτω και τα οποία ελήφθησαν εναντίων της διαβρώσεως κατά τη διάρκεια δυνατών βροχοπτώσεων, δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα εδώ.

Η οδός πλάτους 2,20 μέτρων, ακολουθεί κατά προσέγγιση την περιμετρική διαδρομή 400 μέτρων στη νότια πλαγιά του Κοντοβουνίου. Η απότομη πλαγιά καθιστούσε αναγκαίο έναν τοίχο αντιστηρίξεως ο οποίος σε ορισμένα σημεία έχει διατηρηθεί σε ύψος 1 μέτρου και πλέον. Σε αυτόν τον τοίχο αντιστηρίξεως παρατηρήσαμε συχνές οπές απορροής (αποχετεύσεως), που έφθαναν τις 25 στα πιο προσιτά σημεία, αν και πολύ περισσότερες θα πρέπει να βρίσκονται κρυμμένες κάτω από την πυκνή βλάστηση. Αυτοί οι υπόγειοι αγωγοί, κατασκευασμένοι σε γενικές γραμμές με τη μορφή της υπέρθυρης δοκού, ισχυροποιούσαν την κατασκευή πάνω στο ασβεστολιθικό υπόστρωμα και ήταν τοποθετημένες σε ακανόνιστα διαστήματα, ανάλογα με τις ανάγκες. Κάτω από τον τοίχο αντιστηρίξεως στην ανατολική πλαγιά του Κοντοβουνίου βρέθηκε θραύσμα από κεραμεικό οχετό το οποίο δείχνει ότι τουλάχιστον κάποιοι από τους οχετούς ήταν εφοδιασμένοι με πήλινες εξόδους. Το γεγονός ότι η οδός ήταν στρωμμένη ακριβώς επάνω στο εκτεθειμένο βραχώδες υπόστρωμα πρέπει να σημαίνει ότι ο ασβεστόλιθος ήταν τόσο απογυμνωμένος κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο όσο είναι και σήμερα. Επομένως η βλάστηση πάνω στους ασβεστολιθικούς λόφους δεν πρέπει να ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή θαμνώδη βλάστηση. Το οικοδομικό υλικό της οδού είναι ο τοπικός ασβεστόλιθος, κομμένος πρόχειρα σε ογκόλιθους κυκλωπείων διαστάσεων. Σε ορισμένα σημεία ο αρχικός τοίχος έχει ανακατασκευαστεί τη σύγχρονη εποχή για να στηρίζει πεζούλες καλλιεργημένες με ελιές.

Μετά από την έκταση 700 μέτρων καλοδιατηρημένης οδού, στην ανατολική πλαγιά του Κοντοβουνίου, η διάβρωση της ασταθούς ασβεστολιθικής αργίλου έχει και πάλι εξαφανίσει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την οδό. Πρόσφατες εκσκαφές επιτάχυναν την καταστροφή σε αυτό το σημείο. Ακριβώς πριν από την ρεματιά ανάμεσα στο Κοντοβούνι και στο Κουτσογιάννη (την ανατολική κορυφή του Χαρβατίου) προς τα βόρεια, η οδός εμφανίζεται ξανά και διασχίζει τις κορυφές από τις δύο ρεματιές, σχηματίζοντας δύο γέφυρες, η ανατολικότερη των οποίων αναφέρεται ως Λυκοτρούπι . Από κεί και πέρα η οδός αναβαίνει το νοτιοανατολικό παρακλάδι του Κουτσογιαννιού με μια ελαφρά κλίση, ακολουθώντας την υψομετρική καμπύλη, αρχικά προς τα νοτιοανατολικά και έπειτα προς τα βορειοανατολικά (σε μια έκταση που διασχίζεται σχετικά εύκολα με τζηπ), μια απόσταση συνολικά 650 μέτρων περίπου και έπειτα συναντά μια άλλη ρεματιά η οποία πιθανότατα ταυτίζεται με αυτό που ο Μυλωνάς αποκαλούσε Καλογερικό Μύλο. Μια τεράστια πικροδάφνη σε αυτό το σημείο κρύβει μια τρίτη κυκλώπεια γέφυρα, από την οποία η οδός συνεχίζεται για άλλα 150 μέτρα προς τα βορειοανατολικά.

Σημεία βλάστησης τα οποία παρατηρούνται από την κορυφή της Ψηλής Ράχης φαίνεται να συνηγορούν σε μια υποθετική συνέχεια της οδού προς τα βόρεια, μέσω της διαχωριστικής γραμμής Αργολίδος και Κορινθίας, προς την κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου. Αυτή η υπόθεση ανήκει στον αρχαιολόγο Γεώργιο Μυλωνά και διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια των επιτόπιων εργασιών τα πρώτα χρόνια του 1960. Σε κάποιο σημείο που ονομάζεται Μαυρονέρι και όπου, όπως δηλώνει και το όνομα, υπάρχει πηγή, συνάντησε, αρχαιολογικά υπολείμματα τα οποία χαρακτήρισε ως Ελληνιστικό σημείο φρούρησης και σε ένα λόφο με θέα προς το πέρασμα που συνδέει την Αργολίδα με την πεδιάδα του Αγίου Βασιλείου συνάντησε ένα Μυκηναϊκό οχυρό.