Από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μέχρι
σήμερα, πολλές γυναίκες ασχολούνται με την
οικιακή υφαντουργία. Τα "Γερακίτικα
κιλίμια" γνωστά σε όλη την Λακωνία
αλλά και τους γειτονικούς Νομούς,
αναφέρονται σε προικοσύμφωνα διαφόρων
περιοχών της Πελοποννήσου ήδη από τον 18ο
αιώνα.

Για
την ποιότητα κατασκευής και τα εμπνευσμένα
παραδοσιακά τους σχέδια, οι “Γερακίτικοι
τάπητες” κέρδισαν βραβεία και επαίνους
τόσο στη Διεθνή Έκθεση της Βιέννης του 1873,
όσο και στην Εθνική Γενική Έκθεση των
Αθηνών του 1888, όπου είχαν εκτεθεί.

Σήμερα, τα “Γερακίτικα κιλίμια”
αποτελούν τη βασική υποδομή στην “παραδοσιακή
διακόσμηση” ενός σπιτιού, εντυπωσιάζοντας
με την πρωτοτυπία των σχεδίων και την
ιδιαίτερη τεχνική τους, που παραδίδεται και
διατηρείται αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά.

Αναβιώνοντας την παλιά τέχνη, οι αγρότισσες
του Γερακίου, ίδρυσαν Οικοτεχνικό –
Χειροτεχνικό Συνεταιρισμό, με την επωνυμία “Εργάνη”.


Δέχονται και παραγγελίες στη Διεύθυνση:
Αγροτικός Συνεταιρισμός Οικοτεχνίας – Χειροτεχνίας “Η Εργάνη”.
Τ.Κ. 23058 Γεράκι Λακωνίας.
Τηλ. 27310-71261

Ακολουθεί
κείμενο του Νίκου Ζαχαράκη.
Η ζωντανή
παράδοση της υφαντικής σε ένα χωριό της
Λακωνίας
Κατά κοινή ομολογία ζούμε σε μια εποχή όπου
προβάλλει επιτακτικά το
αίτημα της διαφύλαξης και μετάδοσης στις
νεότερες γενιές των μορφών
πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας
του λαού μας, του λαϊκού μας
πολιτισμού. Η διαφύλαξη των παραδεδομένων
ηθών και εθίμων είναι το
μέσο εκείνο που θα μπορούσε στο μέτρο του
εφικτού, δεδομένης της
παγκοσμιοποίησης που επεκτείνεται πέρα από
το χώρο της οικονομίας και
στον αντίστοιχο του πολιτισμού
αποσκοπώντας στην συγκρότηση μιας
κοινής πολιτισμικής ταυτότητας, να
συμβάλλει προς την κατεύθυνση της
διασφάλισης της ιδιαιτερότητας μας. Μιας
ιδιαιτερότητας η οποία δεν
πηγάζει από αξιολογικού τύπου εκτιμήσεις,
αλλά απαλλαγμένη από
σύνδρομα ανωτερότητας διεκδικεί το
δικαίωμα στην διαφορετικότητα. Το
έργο αυτό αναλαμβάνουν κατά καιρούς
σύλλογοι διαφόρων ειδών,
επιμορφωτικοί, πολιτιστικοί, εξωραϊστικοί.
Χωρίς να θέλουμε να
μειώσουμε την αξία του έργου τους οφείλουμε
παρ' όλα αυτά να
επισημάνουμε ότι στα πλαίσια της δράσης των
φορέων αυτών η παράδοση
εκλαμβάνεται μερικές φορές ως κάτι
στατικό, ως μια μορφή δημιουργίας
που αναφέρεται στο παρελθόν , ως είδος
μουσειακό. Δεν θα πρέπει να μας
διαφεύγει όμως το γεγονός ότι η παράδοση
είναι κάτι το ζωντανό , μια
διαδικασία η οποία υπό άλλους όρους και
ίσως σε όχι τόσο ευρεία
κλίμακα εξακολουθεί να υφίσταται στην
πρωτογενή της μορφή ως
δημιούργημα και όχι ως μουσειακό
αντικείμενο. Πρόσφατα είχα την τύχη
να βρεθώ σε ένα τέτοιο χώρο, σε μια οικιακή
βιοτεχνία στο Γεράκι και
να δω από κοντά τη δουλειά μιας τοπικής
υφάντριας της Χρυσούλας
Σταματοπούλου. Η κ. Σταματοπούλου
εξακολουθεί να υφαίνει στον ορθό
αργαλειό, χαλιά και φλοκάτες πατώντας στα
χνάρια της τεχνογνωσίας και
της τεχνοτροπίας των παλαιότερων γυναικών
του Γερακίου. Στην πορεία
της συζήτησης μας είχα την ευκαιρία να μάθω
αρκετά πράγματα τόσο για
την ισ! τορία της υφαντικής στο χωριό όσο
και για τις τεχνικές βαφής
και επεξεργασίας των νημάτων.
Όσον αφορά τις απαρχές της
οικιακής βιοτεχνίας υφαντών στο
Γεράκι δεν μπορούμε να μιλήσουμε με απόλυτη
ακρίβεια, το βέβαιο όμως
είναι ότι βρίσκεται στην ακμή της κατά τη
διάρκεια της Οθωμανικής
κυριαρχίας, εποχή που ταυτίζεται κατά την
Άλκη Κυριακίδου- Νέστορος με
την άνθηση αυτού που ονομάζεται
παραδοσιακός πολιτισμός. Το παλαιότερο
σωζόμενο υφαντό του χωριού χρονολογείται
στα μέσα του 17ου αιώνα.
Τα Γερακίτικα υφαντά
ξεχωρίζουν για την ποικιλία των χρωμάτων
και των διακοσμητικών μοτίβων τους.
Στοιχεία όπως ο δικέφαλος αετός, ο
πετεινός και το δένδρο της ζωής με τους
συμβολισμούς που περικλείουν
είναι κυρίαρχα. Η θεωρία της χρήσης του
δέντρου ως συμβόλου του κύκλου
της ζωής(γέννηση-θάνατος-αναγέννηση) και
επομένως συμβόλου του κόσμου,
επιβεβαιώνεται και εδώ μέσω της
προφορικής παράδοσης η οποία διέσωσε
τη λαϊκή κοσμοαντίληψη μέσω της
σημειολογίας του διακοσμητικού
μοτίβου. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το
πορτοκαλί ,το βυσσινί και
το βαθύ κόκκινο, στο κέντρο του υφαντού (τον
λεγόμενο κάμπο, με τον
όρο να συνιστά αντανάκλαση στο δημιούργημα
της αντίληψης του χώρου εκ
μέρους του δημιουργού), ενώ διάσπαρτα
συναντούμε το λευκό, το πράσινο
και το καναρινί. Όπως πληροφορήθηκα από την
υφάντρια, η βαφή των
νημάτων γινόταν με τη χρήση αυτοσχέδιων
φυτικών βαφών. Το σκούρο καφέ
για παράδειγμα έβγαινε από τη φλούδα της
καρυδιάς ενώ το κόκκινο από
το ριζάρι που το έφερναν από τον Κοσμά. Η
ποικιλία των χρωμάτων, ο
πλούσιος διάκοσμος που συνέτεινε στην
καλλιτεχνική πέρα από τη
χρηστική τους αξία , καθώς και η
ανθεκτικότητα τους έκανε τα
Γερακίτικα υφαντά γνωστά στην ευρύτερη
περιοχή. Οι υφάντριες του
χωριού δούλευαν κυρίως κατά παραγγελία
ετοιμάζοντας τις προίκες των
εύπορων γυναικών από τα γύρω χωριά. Σε
προικοσύμφωνα της περιόδου
γίνεται συχνά αναφορά στα γερακίτικα χαλιά.
Με την πάροδο του χρόνου
βέβαια και την εμπορευματοποίηση του
υφαντού η τέχνη αυτή άρχισε να
φθίνει σταδιακά.
Μια προσπάθεια διάσωσης
της υφαντικής παράδοσης έγινε με το
σύλλογο Εργάνη ο οποίος ιδρύθηκε από τις
γυναίκες του χωριού. Σήμερα
ελάχιστες πλέον ασχολούνται με την ύφανση
στον αργαλειό μια και είναι
μια δουλειά ιδιαίτερα επίπονη καθώς
απαιτεί πολλές ώρες ενασχόλησης.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η κ. Χρυσούλα 'είναι
ημέρες που χρειάζεται
να δουλέψεις 12 με 14 ώρες προκειμένου να
τελειώσεις μια παραγγελία.
Οι παλαιότερες γυναίκες έχουν όλες κάνει
εγχείρηση στους καρπούς
εξαιτίας της πολύωρης καταπόνησης των
χεριών'. Παρά τις όποιες
δυσκολίες όμως συνεχίζει με μεράκι την
τέχνη αυτή όχι τόσο για το
κέρδος όσο για τη χαρά της δημιουργίας.
Επιθυμία της είναι να
μεταδώσει την τέχνη αυτή και στις νεώτερες
κοπέλες προκειμένου να μην
χαθεί αφού μετά από μερικά χρόνια η ίδια δεν
θα είναι σε θέση πλέον να
δουλέψει. Πριν από κάποια χρόνια είχε
ξεκινήσει ένα πρόγραμμα με
πρωτοβουλία της Νομαρχίας τα χρονικά
περιθώρια όμως δεν επαρκούσαν
παρά μόνο για την μύηση στα βασικά της
τέχνης του αργαλειού. Εκείνο
που απαιτείται είναι μια πιο συντονισμένη
προσπάθεια για την ανάδειξη
και την διάσωση των τεχνικών αυτών του
παρελθόντος που επιβιώνουν ως
τις μέρες μας χάρη στο μεράκι και την
προσπάθεια ανθρώπων όπως η
κ.Χρυσούλα. Απλών ,ανώνυμων, καθημερινών
ανθρώπων που συντελούν χωρίς
να το συνειδητοποιούν, στη διάσωση της
πολιτιστικής μας κληρονομιάς,
συνιστώντας τους φορείς διάδοσης της
Νίκος Ζαχαράκης. Σεπτέμβριος 2008
Ο Νίκος
Ζαχαράκης κατάγεται από τη Σπάρτη και
αυτή τη στιγμή (2008)
κάνει το μεταπτυχιακό του πάνω στη
λαογραφία στο πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων.